Ντιέγκο Μαραντόνα: Μια αμφιλεγόμενη κι αυθεντική προσωπικότητα που ζει στα άκρα

Μια από τις πιο αμφιλεγόμενες μορφές του Παγκόσμιου ποδοσφαίρου είναι φυσικά και ο Ντιέγκο Μαραντόνα. Ένας άνθρωπος με έντονη προσωπικότητα, συναισθηματικός, ταλαντούχος αλλά και παράλληλα τόσο αυτοκαταστροφικός που αποφάσισε ότι κάνει στη ζωή του να το κάνει στα άκρα.
Γράφει ο Δημήτρης Δημόπουλος

Ο Ντιέγκο Μαραντόνα είναι από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες στο χώρο του ποδοσφαίρου. Ο άνθρωπος που είτε θα λατρεύεται είτε θα μισείται. Τίποτα το ενδιάμεσο. Ένας παίκτης παγκόσμιας κλάσης, ένας άνθρωπος χωρίς όρια με μια ζωή που το σενάριό της θα το ζήλευε κάθε σεναριογράφος. Άλλωστε μόνο τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι έχει γίνει ταινία η ζωή και η καριέρα του.

Ο Ντιεγκίτο ήταν πάντα αυτό που πρόβαλε προς τα έξω, τίποτα ψεύτικο και ποτέ δε βγήκε να παίξει έναν άλλο ρόλο απ' αυτόν που ήξερε. Δεν του άρεσε να υποδύεται κάποιον άλλον απ’ αυτό που ήταν για να εξυπηρετήσει κάποια συμφέροντα. Με λίγα λόγια δεν υπήρξε ποτέ μαριονέτα του συστήματος. Κι αν το σενάριο του έκρυβε καμία φορά παγίδες και ήθελε να τον αλλάξει, τότε εκείνος αμέσως αντιδρούσε, μιλούσε, έβγαινε μπροστά και διατηρούσε αλώβητο το χαρακτήρα του.

Κανείς βέβαια δεν είπε ότι υπήρξε πρότυπο για τα νέα παιδιά, όμως όλοι ξέρουμε ότι αυτός ήταν πραγματικά ο Ντιέγκο Μαραντόνα. Μέσα στο γήπεδο τόσο ταλαντούχος, τόσο μαγικός, τόσο εκθαμβωτικός κι έξω απ' αυτό τόσο ακραίος κι αυτοκαταστροφικός. Άλλωστε ήταν ένα παιδί γεννημένο στις φτωχογειτονιές του Μπουένος Άιρες που από μικρός έμαθε στα δύσκολα, έμαθε να πολεμάει για να επιβιώσει. Δεν είχε ποτέ τα προνομία για μόρφωση, δεν έμαθε στις ανέσεις και γαλουχήθηκε αλλιώς. Έμαθε να κάνει ό,τι περνούσε από το χέρι του για να επιβιώσει. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.

Ο Ντιεγκίτο από μικρός είχε αυτό το χάρισμα που τον έκανε ξεχωριστό, χάιδευε την μπάλα, δεν την κλοτσούσε. Όταν έβλεπε μπάλα αμέσως την έπαιρνε κι έπαιζε μ’ αυτή. Ήταν η καλύτερη συντροφιά του κι όσοι τον είδαν από τη νεαρή ηλικία του, κατάλαβαν ότι μιλάμε για ένα παιδί με ένα ξεχωριστό κι έμφυτο ταλέντο. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό, όταν ο Φρανσίσκο Καρνέγιο τον είδε να παίζει ποδόσφαιρο για πρώτη φορά στις αλάνες και εντυπωσιασμένος απ’ όσα είχε δει, τον πλησίασε και τον ρώτησε πόσο χρονών είναι. Όταν εκείνος απάντησε «οκτώ», δεν τον πίστεψε και πήγε στη μητέρα του, για να του το επιβεβαιώσει.

Τα επιτεύγματά του είναι γνωστά και η κλάση του μεγάλη. Η λατρεία και το δέσιμο που είχε και έχει με τον κόσμο είναι κάτι τρομερό. Από την Αργεντινή έως και την Ιταλία, Νάπολη συγκεκριμένα, λατρεύεται σαν θεός. Με κάθε ευκαιρία οι εκδηλώσεις αγάπης για τον Μαραντόνα είναι πολλές και επικρατεί η απόλυτη τρέλα. Τόση τρέλα που στο Μουντιάλ του 1990, όταν και ήταν παίκτης, δίχασε μια ολόκληρη χώρα, την Ιταλία, όταν εκείνη κλήθηκε να παίξει με την Αργεντινή.

Οι Ναπολιτάνοι δεν μπορούσαν να ταχθούν απέναντι από τον ήρωά τους, την ώρα που οι υπόλοιποι Ιταλοί ήταν με τη χώρα τους. Η προσωπικότητά του ήταν τόσο έντονη, το κίνητρο που είχε τόσο μεγάλο και όλο αυτό σε συνδυασμό με το ποδοσφαιρικό του ταλέντο και το ηγετικό του προνόμιο, δημιουργούσαν έναν μοναδικό συνδυασμό.

Ο Αργεντινός μέσα στο γήπεδο ήταν μια κλάση μόνος του. Πολλοί έλεγαν ότι βλέποντάς τον μονάχα από την προθέρμανση είχαν βγάλει τα λεφτά του εισιτηρίου τους. Ψέμα; Νομίζω ένα ταξίδι στο παρελθόν και στην περίφημη προθέρμανση με την Νάπολι, ακούγοντας το τραγούδι «live is life» επιβεβαιώνει απόλυτα όσους υποστηρίζουν αυτή την άποψη.

Επιπλέον θα επινοούσε ακόμα και την… κλοπή προκειμένου να κερδίσει, διότι μισούσε να χάνει! Δεν μπορώ να θυμηθώ άλλη περίπτωση παίκτη που λατρεύτηκε τόσο μετά από γκολ που θύμισε κίνηση volley. Κι όμως πως να του κρατήσεις κακία, όταν μετά από λίγα λεπτά έκανε… σμπαράλια όλη την άμυνα της Αγγλίας και σκόραρε σε κενό τέρμα; Ένα γκολ παράνομο κι άλλο ένα ποίημα που για πολλούς είναι και το κορυφαίο στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων. Το χέρι αλλά κι ο καλπασμός του Θεού, η σφραγίδα ότι εκείνο το Mundial ήταν δικό του, του άνηκε!

Ο Μαραντόνα ήταν θεός όμως, όπως υποστηρίζουν πολλοί; Η απάντηση είναι όχι! Μπορεί μέσα στο γήπεδο να έκανε μαγικά πράγματα, να έφερνε «σβούρα» τους αντιπάλους και παρά τα σκληρά χτυπήματα να σηκωνόταν και να έπαιζε, προκειμένου να φτάσει στο στόχο της νίκης, όμως δεν υπήρξε άτρωτος. Αν ο Αργεντινός έκανε μια φυσιολογική ζωή, κανείς δεν ξέρει που θα μπορούσε να είχε φτάσει βάση λογικής. Η ζωή του όμως μόνο αθλητή δεν ήταν και τα πάθη του ουσιαστικά τον κατέστρεψαν.

Τα πάθη του δεν τα έκρυψε ποτέ και ήταν η απόδειξη ότι ποτέ δεν ήταν θεός. Του άρεσε να διασκεδάζει φτάνοντας στα άκρα, του άρεσε η κόκα, του άρεσε το γλέντι με πολλές γυναίκες κι έφτασε στο σημείο να αργεί στις προπονήσεις και σιγά-σιγά να χάνει και τον εαυτό του παιχτικά. Όμως ποτέ δεν έβλαψε κανέναν εκτός από τον εαυτό του και γι’ αυτό έμεινε ξεχωριστός στη συνείδηση του κόσμου. Μάλιστα στην ακμή του, όλοι του συγχωρούσαν τα πάντα αλλά ακόμα κι όταν έφτασε ένα βήμα πριν από το θάνατο λόγω των ναρκωτικών, βρέθηκαν στο πλευρό του χιλιάδες υποστηρικτές του, γιατί αυτός είναι ο Ντιεγκίτο...

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια